Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα μπορεί να επηρεάζονται από το άγχος, την παρατεταμένη πίεση και τη συναισθηματική επιβάρυνση. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα συμπτώματα δεν είναι πραγματικά, αλλά ότι αξίζει να εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στο σώμα και την ψυχική μας κατάσταση
Μπορεί να έχεις επισκεφθεί γιατρό, να έχεις κάνει εξετάσεις και να μην έχει βρεθεί κάτι που να εξηγεί πλήρως αυτό που αισθάνεσαι. Αυτό, όμως, «δεν σημαίνει ότι τα συμπτώματα δεν είναι πραγματικά».
Το σώμα και η ψυχή δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Αυτό που βιώνουμε συναισθηματικά μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε σωματικά και, αντίστοιχα, η σωματική μας κατάσταση μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη διάθεσή μας.
Τι είναι τα ψυχοσωματικά συμπτώματα;
Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα είναι πραγματικές σωματικές ενοχλήσεις, οι οποίες μπορεί να επηρεάζονται ή να επιδεινώνονται από ψυχολογικούς παράγοντες, όπως το άγχος, η παρατεταμένη πίεση, ο φόβος ή η συναισθηματική επιβάρυνση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι «είναι όλα στο μυαλό σου». Το αντίθετο. Η εμπειρία του πόνου, της έντασης, της κόπωσης ή της δυσφορίας είναι πραγματική. Απλώς, σε ορισμένες περιπτώσεις, για να κατανοήσουμε πλήρως αυτό που συμβαίνει, χρειάζεται να δούμε «ολόκληρο τον άνθρωπο και όχι μόνο το σύμπτωμα».
Όταν για μεγάλο χρονικό διάστημα βρισκόμαστε σε κατάσταση έντασης, ο οργανισμός μπορεί να παραμένει σε διαρκή εγρήγορση. Οι μύες σφίγγονται, η αναπνοή μπορεί να αλλάζει, ο ύπνος επηρεάζεται και το σώμα δυσκολεύεται να περάσει πραγματικά σε κατάσταση ξεκούρασης. Έτσι, η ψυχική πίεση μπορεί να αρχίσει να εκφράζεται και μέσα από το σώμα.
Όπως εξηγεί το NHS σχετικά με τα επίμονα σωματικά συμπτώματα χωρίς σαφή ιατρική εξήγηση, η απουσία μιας άμεσα αναγνωρίσιμης αιτίας δεν σημαίνει ότι οι ενοχλήσεις δεν είναι πραγματικές.
Ποια συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν;
Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα διαφέρουν σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε κάποιους μπορεί να εμφανίζονται κυρίως ως πονοκέφαλοι ή μυϊκές εντάσεις, ενώ σε άλλους μπορεί να αφορούν το πεπτικό σύστημα, την αναπνοή, τον ύπνο ή τη γενικότερη αίσθηση ενέργειας.
Μπορεί να παρατηρήσεις:
πονοκεφάλους ή αίσθημα πίεσης στο κεφάλι,
ένταση στον αυχένα, στους ώμους ή στην πλάτη,
στομαχικές ενοχλήσεις,
ναυτία ή αλλαγές στη λειτουργία του εντέρου,
αίσθημα παλμών ή ταχυκαρδία,
σφίξιμο στο στήθος,
δυσκολία να πάρεις «βαθιά ανάσα»,
ζάλη ή αίσθημα αστάθειας,
κόπωση και μειωμένη ενέργεια,
δυσκολία στον ύπνο,
αυξημένη ευαισθησία σε διάφορες σωματικές αισθήσεις.
Η παρουσία ενός τέτοιου συμπτώματος «δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι ψυχοσωματικό». Ένα νέο, έντονο ή επίμονο σωματικό σύμπτωμα χρειάζεται την κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση. Η ψυχολογική διερεύνηση μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά, ιδιαίτερα όταν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην ένταση και στην εμφάνιση ή επιδείνωση των συμπτωμάτων.
Γιατί το άγχος επηρεάζει τόσο πολύ το σώμα;
Όταν αισθανόμαστε ότι απειλούμαστε ή ότι δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε σε μια κατάσταση, ο οργανισμός ενεργοποιεί μηχανισμούς που μας προετοιμάζουν για δράση. Αυτή η αντίδραση είναι χρήσιμη όταν υπάρχει ένας πραγματικός και άμεσος κίνδυνος. Όταν όμως η ένταση παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα, το σώμα μπορεί να μην προλαβαίνει να επιστρέψει σε κατάσταση ηρεμίας.
Σκέψου το σαν έναν συναγερμό που παραμένει ενεργοποιημένος για ώρες ή ημέρες. Ακόμη κι αν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος εκείνη τη στιγμή, το σώμα συνεχίζει να βρίσκεται σε ετοιμότητα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μυϊκή ένταση, κόπωση, διαταραχές του ύπνου και αυξημένη παρατήρηση των σωματικών αισθήσεων.
Και εδώ μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: αισθάνομαι ένα σύμπτωμα → ανησυχώ → παρατηρώ περισσότερο το σώμα μου → αυξάνεται η ένταση → το σύμπτωμα γίνεται πιο έντονο → ανησυχώ ακόμη περισσότερο.
Σύνδεσε τη φράση «πώς το στρες επηρεάζει το σώμα» με την ενημέρωση της Cleveland Clinic για τις ψυχοσωματικές διαταραχές. Η πηγή αναλύει τη σχέση του στρες με σωματικές καταστάσεις και συμπτώματα.
Μπορεί το συναίσθημα να «μιλάει» μέσα από το σώμα;
Πολλές φορές δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε ή να εκφράσουμε αυτό που αισθανόμαστε. Μπορεί να έχουμε μάθει να κρατάμε μέσα μας τον θυμό, τη στενοχώρια, τον φόβο ή την πίεση. Μπορεί να λέμε «είμαι καλά» ενώ στην πραγματικότητα έχουμε ξεπεράσει τα όριά μας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σωματικό σύμπτωμα κρύβει ένα συγκεκριμένο συναίσθημα ή ότι υπάρχει πάντα ένα συγκεκριμένο «μήνυμα» που πρέπει να αποκωδικοποιήσουμε. Σημαίνει όμως ότι αξίζει να εξετάσουμε τη συνολική εικόνα: Πώς ήταν η ζωή μου το τελευταίο διάστημα; Τι πίεση αντιμετωπίζω; Πότε εμφανίζονται τα συμπτώματα; Τι συμβαίνει γύρω μου εκείνες τις στιγμές;
Μερικές φορές το σώμα μάς αναγκάζει να σταματήσουμε εκεί όπου εμείς συνεχίζουμε να πιέζουμε τον εαυτό μας.
Πώς μπορώ να καταλάβω αν το άγχος επηρεάζει τα συμπτώματά μου;
Ένα χρήσιμο πρώτο βήμα είναι να παρατηρήσεις το μοτίβο. Τα συμπτώματα εμφανίζονται ή εντείνονται σε περιόδους αυξημένης πίεσης; Υποχωρούν όταν ξεκουράζεσαι ή όταν αισθάνεσαι μεγαλύτερη ασφάλεια; Εμφανίζονται πριν από συγκεκριμένες καταστάσεις ή μετά από γεγονότα που σε φορτίζουν συναισθηματικά;
Δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις να βρεις μόνος ή μόνη σου μια οριστική εξήγηση. Η παρατήρηση δεν έχει στόχο να σε κάνει να ανησυχείς περισσότερο για το σώμα σου, αλλά να σε βοηθήσει να αναγνωρίσεις τις συνδέσεις ανάμεσα στις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις συμπεριφορές και τις σωματικές σου αντιδράσεις.
Γιατί μερικές φορές φοβόμαστε τόσο πολύ τα σωματικά συμπτώματα;
Όταν εμφανίζεται κάτι ασυνήθιστο στο σώμα, είναι φυσικό να ανησυχήσουμε. Όταν όμως η προσοχή μας στραφεί υπερβολικά προς το σώμα, μπορεί να αρχίσουμε να ελέγχουμε συνεχώς τον παλμό μας, την αναπνοή μας, το στομάχι μας ή οποιαδήποτε άλλη αίσθηση.
Η συνεχής παρακολούθηση μπορεί να κάνει τις φυσιολογικές αισθήσεις να φαίνονται πιο έντονες και σημαντικές. Μια μικρή ενόχληση μπορεί να προκαλέσει μια καταστροφική σκέψη, η σκέψη αυξάνει το άγχος και το άγχος με τη σειρά του ενισχύει τη σωματική αίσθηση.
Έτσι, ο φόβος δεν αφορά πλέον μόνο το αρχικό σύμπτωμα, αλλά και τον φόβο ότι θα εμφανιστεί ξανά.
Τι μπορούμε να κάνουμε για να διαχειριστούμε τα ψυχοσωματικά συμπτώματα;
Η αντιμετώπιση δεν είναι να προσπαθήσουμε να αγνοήσουμε το σώμα μας. Είναι να μάθουμε να το ακούμε χωρίς να φοβόμαστε κάθε του μήνυμα.
Η φροντίδα του ύπνου, η σωματική κίνηση, η σταθερή καθημερινή ρουτίνα, η ξεκούραση και οι πρακτικές χαλάρωσης μπορούν να βοηθήσουν στη ρύθμιση της έντασης. Παράλληλα, είναι σημαντικό να παρατηρούμε τις σκέψεις που συνοδεύουν τα συμπτώματα και να αποφεύγουμε, όσο μπορούμε, τον συνεχή έλεγχο και την αναζήτηση διαβεβαίωσης.
Εξίσου σημαντικό είναι να αναρωτηθούμε «τι συμβαίνει στη ζωή μας όταν το σώμα αρχίζει να αντιδρά». Μήπως έχουμε αναλάβει περισσότερα από όσα μπορούμε να αντέξουμε; Μήπως δυσκολευόμαστε να πούμε «όχι»; Μήπως δεν αφήνουμε χώρο για ξεκούραση ή συναισθηματική εκτόνωση;
Πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία;
Μέσα από τις συνεδρίες μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν ασφαλή χώρο όπου θα μπορέσεις να εξερευνήσεις τη σχέση ανάμεσα στο σώμα, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις εμπειρίες σου.
Δεν προσπαθούμε απλώς να «εξαφανίσουμε» ένα σύμπτωμα. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει συνολικά και ποιοι παράγοντες μπορεί να συντηρούν τον κύκλο της έντασης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορείς να μάθεις να αναγνωρίζεις τα σημάδια του άγχους νωρίτερα, να κατανοείς τις ανάγκες και τα όριά σου, να διαχειρίζεσαι διαφορετικά τις αγχωτικές σκέψεις και να αναπτύξεις πιο αποτελεσματικούς τρόπους φροντίδας του εαυτού σου.
Η θεραπεία μπορεί επίσης να βοηθήσει όταν το άγχος γύρω από τα σωματικά συμπτώματα έχει γίνει τόσο έντονο ώστε να περιορίζει την καθημερινότητά σου ή να σε οδηγεί σε συνεχή έλεγχο, αποφυγές και φόβο.
Το σώμα σου δεν είναι εχθρός σου
Όταν το σώμα πονάει, σφίγγεται ή εξαντλείται, η πρώτη μας αντίδραση μπορεί να είναι ο φόβος. Κάποιες φορές, όμως, αυτό που χρειάζεται δεν είναι να πολεμήσουμε το σώμα μας, αλλά να αρχίσουμε να το ακούμε με περισσότερη κατανόηση.
Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα δεν σημαίνουν ότι «τα φαντάζεσαι». Είναι πραγματικές εμπειρίες και αξίζουν προσοχή και φροντίδα. Παράλληλα, είναι σημαντικό να μην αποδίδουμε αυτόματα ένα σωματικό σύμπτωμα στο άγχος χωρίς την απαραίτητη ιατρική αξιολόγηση.
Η φροντίδα του εαυτού μας χρειάζεται να περιλαμβάνει και τις δύο πλευρές: «το σώμα και την ψυχή.»
Και ίσως κάποιες φορές το πιο σημαντικό ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Τι έχω;»
αλλά και:
«Τι περνάω αυτό το διάστημα;»
«Τι κρατάω μέσα μου;»
«Πού χρειάζομαι περισσότερη φροντίδα;»
Όταν το σώμα κουράζεται να «φωνάζει», ίσως αξίζει να του δώσουμε λίγο περισσότερο χώρο για να ακουστεί.

